«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν» (Ἰω. 3, 16).
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι συναίσθημα. Εἶναι κίνηση — ἔξοδος, κένωση, παρουσία. Ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ἀπόσταση· γίνεται ἄνθρωπος. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρο.
Ἡ πατερικὴ παράδοση δὲν διστάζει νὰ πεῖ ὅτι ὁ Θεὸς «πάσχει» γιὰ τὸν ἄνθρωπο — ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀδυναμίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς νὰ μὴν παραμείνει ἀδιάφορος. «Ἔπαθεν ὁ ἀπαθής», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία — καὶ μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν φράση κρύβεται ὅλο τὸ βάθος τῆς θείας φιλανθρωπίας.
Ὁ ἄνθρωπος συχνὰ ζητᾶ ἀποδείξεις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν εὐημερία καὶ τὴν ἀπουσία πόνου. Ἡ Ἀποκάλυψη ὅμως εἶναι ἀντίστροφη: ἡ ἀγάπη φανερώθηκε μέσα στὸν Σταυρό. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀναζητοῦσε ἐγκατάλειψη, ὁ Θεὸς ἦταν πιὸ παρὼν ἀπὸ ποτέ.
Αὐτὴ ἡ ἀγάπη δὲν ζητᾶ ἀντάλλαγμα. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀνταπόκρισή μας. Προηγεῖται, ὑπομένει, παραμένει. «Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορ. 13, 8).

