Εκκλησιαστικό Μουσείο Τίτος Συλλιγαρδάκης
Ο Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τίτος Συλλιγαρδάκης, κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1929 στη Νεάπολη Λασιθίου, από τον Μιχαήλ Συλλιγαρδάκη και τη Μαρία Καφετζάκη. Από νεαρή ηλικία διέλαμψε για τη μόρφωση και την αφοσίωσή του στην Εκκλησία: το 1947, αφού αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λασιθίου με άριστα, μετέβη στην Αμερική για θεολογικές σπουδές. Το 1953 έλαβε το πτυχίο του από τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστόνης, το 1956 αποφοίτησε από την Επισκοπελιανή Θεολογική Σχολή της Νέας Υόρκης και το 1960 από τη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών — μια ακαδημαϊκή πορεία που τον ανέδειξε σε έναν από τους πλέον καταρτισμένους κληρικούς της εποχής του.
Χειροτονήθηκε διάκονος στις 16 Οκτωβρίου 1956 από τον επίσκοπο Γερμανό και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Ναζιανζού Ιεζεκιήλ. Κατά τη διάρκεια της 22χρονης ποιμαντικής του παρουσίας στην Αμερική, πρόσφερε ανεκτίμητο έργο στην Ελληνορθόδοξη κοινότητα του Μπρούκλιν, συνέβαλε στην ανέγερση του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτηρίου της περιοχής και ανέπτυξε σημαντική εκκλησιαστική, ποιμαντική και φιλανθρωπική δράση στο πλαίσιο της Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Παράλληλα, το 1966 διορίστηκε καθηγητής Ποιμαντικής και Τελετουργικής στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστόνης.
Τον Μάιο του 1970, με ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, εξελέγη Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Η 17χρονη παρουσία του στο Ρέθυμνο αποδείχθηκε χρυσή εποχή για την τοπική Μητρόπολη. Ανήγειρε νέους ναούς, αναδιοργάνωσε τις ενορίες, ενίσχυσε το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας και ολοκλήρωσε τις εγκαταστάσεις για τη στέγαση του Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας. Ανακαίνισε το Επισκοπικό μέγαρο στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου και ανήγειρε το νέο Επισκοπείο στο λόφο του Τιμίου Σταυρού. Συνέστησε το Κέντρο Νεότητας, το οποίο για πολλά χρόνια φιλοξένησε άπορους φοιτητές του Πανεπιστημίου Κρήτης — ιδρύματος στη δημιουργία του οποίου ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά.
Παράλληλα με την ποιμαντική του δράση, ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο: εξέδωσε 19 αυτοτελή έργα, εκ των οποίων τα 14 κυκλοφόρησαν σε βιβλία, συμμετείχε σε επιστημονικά συνέδρια με πρωτότυπες εισηγήσεις και δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε θεολογικά περιοδικά. Εξέδωσε επίσης τα περιοδικά «Κοίμησις Θεοτόκου» στο Μπρούκλιν, «Ιερεύς» στην ενορία του, και τον «Παράκλητο» της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, που εκδιδόταν αδιαλείπτως έως την κοίμησή του.
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Τίτος εκοιμήθη στις 11 Σεπτεμβρίου 1987, αφήνοντας πίσω του ένα έργο ζωής που σφράγισε ανεξίτηλα την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή της Κρήτης. Μετά την κοίμησή του, η οικογένεια της αειμνήστου αδελφής του Βασιλείας Κριτσωτάκη πρόσφερε στην Ιερά Μονή Σωτήρος Χριστού Κούμπε το σύνολο των προσωπικών του αντικειμένων: ιερατικά και αρχιερατικά άμφια, εγκόλπια, αρχιερατικές ράβδους, καθώς και την πολύτιμη βιβλιοθήκη του — μια δωρεά που ανέδειξε τη Μονή σε θεματοφύλακα της μνήμης του.
Τιμητική σφραγίδα στη μνήμη του αποτέλεσε και η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στην Ιερά Μονή, στις 3 Σεπτεμβρίου 2012, κατά την οποία εγκαινίασε την ανακαινισθείσα αίθουσα του Εκκλησιαστικού Μουσείου που φέρει το όνομά του: «Τίτος Συλλιγαρδάκης» — επί αρχιερατείας του από Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ευγενίου Β’.
